where art is always in focus

6.3.24

η τέχνη ως ένα βαθύ κάθισμα στο πρόσωπο

11.5' διάβασμα




📸© Κ.Λ.
all rights reserved


Η δημοσιογράφος Μπιάνκα Μπόσκερ με το βιβλίο της 'Μπήκα στο Νόημα' μάς οδηγεί στα παρασκήνια του κόσμου της τέχνης, μια ειλικρινής και αστεία περιγραφή για την εποχή που εργαζόταν ως βοηθός γκαλερίστα, βοηθός στούντιο και φύλακας στο Μουσείο Σόλομον Ρ. Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη. Για πέντε χρόνια η Μπόσκερ διείσδυσε στον κόσμο της τέχνης, αποκαλύπτοντας τις πιο επιτηδευμένες πτυχές της σύγχρονης εικαστικής σκηνής με τις καυστικές παρατηρήσεις της για τις ιδιωτικές παρουσιάσεις, τις εκθέσεις τέχνης και τους μεγαλόσχημους καλλιτέχνες. Εδώ, η Μπόσκερ περιγράφει μια μάλλον ασυνήθιστη προσωπική θεώρηση (με περισσότερους από έναν τρόπους). Το ενδιαφέρον, πέρα από τη συγκεκριμένη επιτέλεση, επικεντρώνεται τόσο στην ιδιαίτερη κάστα καλλιτεχνών και το όποιο έργο τους έχει υπαγορεύσει μια αφελής έμπνευση -για παράδειγμα μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα- αλλά επίσης και στην μερίδα των περιφερόμενων σε μουσεία και γκαλερί επιμελητών που εξηγούν με πολυσέλιδα κείμενα το νόημα του σπασμένου καρεκλοπόδαρου (να μην πω και του κολυμπηθρόξυλου). Γιατί στο επίκεντρο της εργασίας του επιμελητή βρίσκεται η πράξη της επιλογής, ο προσδιορισμός των έργων και η εξήγηση των λόγων για τις επιλογές αυτές. Γιατί κατά τον (σερ) Άντονι Χόπκινς 'ζούμε σε μια κουλτούρα συσκευασίας που περιφρονεί το περιεχόμενο'.


Αυτοί οι επιμελητές... Η ανάγκη για την ανάδειξή τους σε ανανεωτές και κύριους ρυθμιστές του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι, δηλαδή σε απροκάλυπτους παρεμβαίνοντες, τους οδηγεί κατά κανόνα στα επισφαλή μονοπάτια της ύβρεως. Χαρακτηριστικά τους το περισπούδαστο ύφος, η απόμακρη στάση, και ένας λόγος σχοινοτενής, εξαντλητικός, σε μια περίπλοκη και πομπώδη γλώσσα. Μην ταράζεστε, είναι η επίγνωση της ημιμάθειάς τους και ο φόβος τυχόν αποκάλυψής της που υπαγορεύει αυτή την πρακτική. Λοιπόν αυτοί, καθώς και η σύγχρονη τέχνη η οποία στηρίζεται στη σύλληψη, στο ευφυολόγημα, και αδιαφορεί για την πράξη της δημιουργίας, είναι κάποια από τα συμπτώματα της πολιτισμικής μας αμηχανίας. Μαζί με το πολιτικώς ορθό και την ενιαία σκέψη του προοδευτικού λυρισμού.
Και το ερώτημα ανακύπτει αυθόρμητα: προκρίνεται κάτι άλλο ως εναλλακτική λύση; Βεβαίως! ...να πάρουν τη σκυτάλη οι καλλιτέχνες . Μετά τον επιμελητή, ο καλλιτέχνης ως επιμελητής. Και ο σώζων εαυτόν σωθήτω. (Κ. Λ.)


 
απόσπασμα από το βιβλίο:

 

[...]  "Πρώτη φορά έμαθα για την τέχνη της κατά τη διάρκεια αυτού που είχε γίνει η νέα μου ρουτίνα, να αναζητώ εκθέσεις στις πιο απομακρυσμένες γκαλερί της Νέας Υόρκης - χώροι που συνήθως διευθύνονται από καλλιτέχνες για να στηρίξουν τους ταλαντούχους καλλιτέχνες-φίλους τους, οι οποίοι αντιμετώπιζαν το πρόβλημα των υψηλών ενοικίων και της έλλειψης ευκαιριών για έκθεση με τη διοργάνωση εκθέσεων σε σκουπιδοτενεκέδες, δέντρα, μπανιέρες, κοντέινερ, σπασμένα τηλεφωνικούς θαλάμους και ένα φούρνο μικροκυμάτων.
Πέρασα ένα Σάββατο στο Catbox Contemporary, μια γκαλερί με έδρα ένα γατόδεντρο στο διαμέρισμα ενός τύπου στο Κουίνς, όπου παρακολούθησα ένα βίντεο με γάτες χωρίς τρίχωμα στο όσχεο να περνούν μέσα από μια μπανιέρα γεμάτη παγωμένα ντόνατς. Γνώρισα την καλλιτέχνιδα που είχε φτιάξει το βίντεο, την Ντίρντρε Σάρτζεντ [Deirdre Sargent], και μου έστειλε μήνυμα λίγες εβδομάδες αργότερα για να μου πει ότι αυτή η καλλιτέχνιδα που ονομάζεται Μάντι ΌΛΦΑΪΡ, είχε μια ατομική έκθεση και αν θα ήθελα να πάω στα εγκαίνια.
   Ξεφύλλισα το δελτίο τύπου που μου έστειλε η Ντίρντρε. Η ΌΛΦΑΪΡ, για την οποία δεν είχα ακούσει ποτέ, είχε στο βιογραφικό της ένα μεταπτυχιακό στα εικαστικά από το Κολούμπια (μία από τις κορυφαίες σχολές τέχνης της χώρας, αν είστε από αυτούς που τα υπολογίζουν αυτά), ένα πέρασμα από το διάσημο Skowhegan residency (σχολή Καλών Τεχνών στο Μέιν), και ένα ιστορικό εμφανίσεων σε μερικούς από τους πιο προχωρημένους χώρους τέχνης της πόλης, χώρους που σε άλλες βραδιές θα φιλοξενούσαν αστέρια όπως η  Πάτι Σμιθ ή ο Φίλιπ Γκλας.
Πιο πρόσφατα είχε εμφανιστεί στο Instagram ως επηρεαστής κώλου, και ο αναιδής της κώλος είχε γοητεύσει σχεδόν τριακόσιες χιλιάδες οπαδούς, οι οποίοι θα έρχονταν απόψε για να στριμωχτούν στο πλατό ως μέρος ενός "καθίσματος στο πρόσωπο, ζωντανά". "Σκοπός της είναι να καθίσει πάνω σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, για όσο το δυνατόν περισσότερη ώρα", δήλωνε το εντυπωσιακά περιγραφικό δελτίο τύπου. "θα κάθεται σε κάθε συμμετέχοντα, μέχρι να μην αντέχει άλλο". Η γκαλερί προσέφερε προς πώληση τα προηγουμένως φορεμένα εσώρουχα της καλλιτέχνιδας επειδή -αφήστε τις βρώμικες σκέψεις- αποτελούσαν μέρος της εξερεύνησης της ΌΛΦΑΪΡ για τα κοινωνικά κακώς κείμενα, όπως η "εμμονή και η απελπισία για την επίτευξη των συχνά καταχρηστικών, βασισμένων στην καταπίεση φιλοδοξιών και της υπερβολικής αντικειμενοποίησης του γυναικείου σώματος". 

    Η απάντηση ήταν όχι, δεν ήθελα να πάω στα εγκαίνια της ΌΛΦΑΪΡ. Θεωρούσα τον εαυτό μου έναν εκκολαπτόμενο γνώστη της τέχνης και ήθελα να πιστεύω ότι ήμουν σε καλό δρόμο για να εκτιμήσω οποιαδήποτε πρωτοποριακή ανοησία έκαναν τα παιδιά αυτές τις μέρες, αλλά πραγματικά, αυτό ήταν πολύ μακριά. Χρησιμοποιημένα εσώρουχα; Κάθισμα στο πρόσωπο; Λογικευτείτε.
   Παρόλα αυτά, δεν ήταν κάτι συχνό να μου ζητάει να βρεθούμε ένας πραγματικός καλλιτέχνης. Ένιωθα σαν να είχε ριχτεί το γάντι, και Θεός φυλάξοι δεν έπρεπε να φανώ αντικοινωνική, μήπως και την επόμενη φορά, η Ντίρντρε με καλέσει σε κάτι που να αξίζει τον κόπο.
  "Θα ήθελα πολύ να συμμετάσχω", έστειλα μήνυμα στην  Ντίρντρε. Κανονίσαμε να συναντηθούμε γύρω στις 7:00 μ.μ. στο Haul, την γκαλερί που παρουσίαζε τη δουλειά της ΌΛΦΑΪΡ. Την έντονη δυσφορία μου σχετικά με την έκθεσή της, την κράτησα για τον εαυτό μου.

Το Haul Gallery ήταν στο τέλος του δρόμου δίπλα από την τοξική λάσπη που είναι το κανάλι Gowanus, απέναντι από ένα σημείο εξαργύρωσης επιταγών, και δύσκολο να το εντοπίσει κανείς. Η μόνη μου ένδειξη ότι είχα έρθει στο σωστό μέρος ήταν το τσούρμο των ανθρώπων που τριγυρνούσαν έξω από ένα κατάστημα με είδη καθαριότητας, καπνίζοντας τσιγάρα και ντυμένοι με την τυπική στολή των εγκαινίων στο Μπρούκλιν -κουκούλες, σκούφους, με ανομοιόμορφα βαμμένα μαλλιά που τους έκαναν να μοιάζουν σαν να τους έπιασαν οι μαμάδες τους να βάφουν τα μαλλιά τους στο μπάνιο και τους έβαλαν τιμωρία πριν προλάβουν να τελειώσουν. Κάποιος με ένα δερμάτινο μπουφάν εμφανίστηκε από το πεζοδρόμιο κρατώντας μια Budweiser και κατάλαβα ότι η γκαλερί ήταν εκεί κάτω - ανάμεσα σε δύο μεταλλικές πόρτες στο πεζοδρόμιο, κάτω από μια απότομη σκάλα, σε ένα στενόχωρο δωμάτιο με χαμηλά ταβάνια και άσπρους τοίχους. Τον παλιό καιρό, η Haul Gallery ήταν μια υπόγεια αποθήκη.
   Ο κόσμος ήταν παραταγμένος σε τρεις σειρές γύρω από την ΌΛΦΑΪΡ, και εγώ  μετακινούμουν  και στριφογύριζα για να έχω θέα. Πορτοκαλί καλώδια κρέμονταν από το ταβάνι δίπλα σε ζευγάρια δαντελωτών εσωρούχων της ΌΛΦΑΪΡ. "Δούλεψε τον κώλο, δούλεψε τον, δούλεψε τον!" ακουγόταν δυνατά η φωνή ενός άντρα πάνω από το autotuned ραπ που χτυπούσε από ένα ηχείο κάπου. Εντόπισα έναν γκαλερίστα φίλο του Τζακ να κρατάει το πηγούνι του στοχαστικά, μια καλλιτέχνιδα που γνώριζα από την γκαλερί του Τζακ να γέρνει το κεφάλι της συγκεντρωμένη, και την Ντίρντρε, η οποία ψιθύριζε μια συνοπτική εισαγωγή σε μερικούς από τους φίλους της. Στη μία άκρη της γκαλερί, πίσω από ένα κόκκινο βελούδινο κορδόνι και πάνω σε ένα πτυσσόμενο κρεβάτι με ένα τσαλακωμένο λευκό σεντόνι, βρισκόταν η ίδια η ΌΛΦΑΪΡ.
Η τέχνη είχε ήδη ξεκινήσει. Ο κώλος της ΌΛΦΑΪΡ ήταν στραμμένος προς το κοινό. Φορούσε χρυσά σκουλαρίκια με κρίκους, μαύρο αϊλάινερ και δαντελωτά μαύρα εσώρουχα. Ένας μεσήλικας άντρας, γλιστερός σαν μανάτος, φορώντας μόνο λεοπάρ εσώρουχα, ήταν ξαπλωμένος στο στρώμα με την ΌΛΦΑΪΡ να τον καβαλάει στο πρόσωπο. Τα γυμνά της πόδια κρέμονταν πάνω από το μπροστινό μέρος του στρώματος, τα γόνατά της πίεζαν το κρεβάτι, και τα οπίσθιά της έσπρωχναν προς τα πίσω τα μαλλιά του άντρα. Σαν απαιτητικός αγοραστής στρωμάτων που δοκιμάζει το εμπόρευμα, η ΌΛΦΑΪΡ αναπήδησε απαλά στη μύτη του.
   "Ριτς, είσαι ο επόμενος, σωστά; Είσαι ο επόμενος, σωστά; Μια φορά ζεις, Ριτς", φλυαρούσε ένας τύπος λίγα εκατοστά από το αριστερό πόδι της ΌΛΦΑΪΡ, ενώ ο Ριτς παρέμενε βουβός. Το πλήθος ήταν εξίσου μοιρασμένο μεταξύ ανδρών και γυναικών, με περίπου ένα εκατομμύριο σηκωμένα iPhone, καθώς και μερικές ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές προδιαγραφών National Geographic.
«Έχουν καθήσει επάνω σου ποτέ στο παρελθόν;» ρώτησε η ΌΛΦΑΪΡ. Κράτησε ένα μικρόφωνο στον πισινό της.
«Μπχοτέ», είπε μια πνιχτή φωνή από κάτω της. “Μσούρχ μεγαλύτερος θαυμαστής.”
«Μπορώ να σε πιέσω πιο δυνατά;»
«Γουχου! χδονοτό, χδονοτό!»
   Για δεκαπέντε λεπτά, η ΌΛΦΑΪΡ κάθεται στο κεφάλι του άνδρα, ενώ διαβάζει τα μηνύματα από τους οπαδούς της. ("Ουάου, ο κώλος σου με τρελαίνει θα μου άρεσε πολύ αν τον έβαζες στο πρόσωπό μου.") Κατά καιρούς ακούστηκαν σφυρίγματα, μερικά γιούχα! ("Ριτς, κάνε το Ριτς, κάνε το Ριτς, κάνε το Ριτς, κάνε το, έλα Ριτς, έλα, μόνο μια φορά ζεις, φίλε", είπε ο φίλος του Ριτς, ενώ ο Ριτς, υποθέτω, ήθελε να πεθάνει). Η Μάντι στριφογύρισε πάνω στο μέτωπο του άντρα και τίναξε τα μαύρα μαλλιά της, που ήταν μακριά μέχρι τον  πισινό, πάνω από τον ώμο της. Έβαλε τα χέρια της στους γοφούς της και κοίταξε πάνω από τον ώμο της το πλήθος.
   "Θα συμμετάσχει κανείς άλλος;"
  Έχω αυτή τη στιγμή σε βίντεο. Την έχω δει τουλάχιστον πενήντα φορές, προσπαθώντας να καταλάβω τι συνέβη στη συνέχεια. Το θολό κλιπ των είκοσι δύο δευτερολέπτων κινείται σπασμωδικά πάνω από το βρώμικο λευκό Converse κάποιου και πάνω από μια γυναίκα που τραβάει με steadycam, και μετά πίσω στο κρεβάτι της ΌΛΦΑΪΡ. Η ΌΛΦΑΪΡ τακτοποιείται στο πρόσωπο του τύπου, γυρίζει και λέει: "Θα συμμετάσχει κανείς άλλος;" και κοιτάζει κατευθείαν το iPhone μου. Στη συνέχεια, η εγγραφή διακόπτεται.
Τότε ήταν που σήκωσα το χέρι μου." (μτφρ. Κ.Λ.)



Penguin Random House
© 2024 by Bianca Bosker
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)



επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton