where art is always in focus

17.5.24

O Κάφκα στο τραμ, κριτική από τον Ενρίκε Βίλα-Μάτας

8.7' διάβασμα

 

 

 

 

© Κ. Λ.

Ξαναδιαβάζοντας το προτελευταίο απόσπασμα του Τζέικομπ φον Γκούντεν του Ρόμπερτ Βάλζερ -το σημείο όπου ο Χερ Μπενζαμέντα και ο αφηγητής ταξιδεύουν μαζί και ονειρεύονται την απόλυτη ελευθερία- αισθάνομαι μια πιθανή οικογενειακή ομοιότητα με το "Η επιθυμία να γίνω Ινδιάνος", ένα από τα μικρά πεζογραφήματα του "Στοχασμού", του πρώτου δημοσιευμένου βιβλίου του Κάφκα. Σε αυτό το σύντομο, μη κατασταλαγμένο νεανικό έργο, ο Κάφκα αποκαλύπτει τη γνήσια επιθυμία του να γίνει Ινδιάνος, πάντα σε εγρήγορση και να ιππεύει το άλογό του σε πλήρη καλπασμό στο απέραντο πεδίο. Αν και πρόκειται για ένα πρωτόλειο έργο και χρονολογείται από πολύ νωρίς στην καριέρα του, εκεί, σε όλη του την πληρότητα, υπάρχει το πνεύμα ενός Κάφκα που μόλις αναδύθηκε από την ανάγνωση του Βάλζερ*(1).

Ανατρέχοντας σε αυτό το σύντομο κείμενο που έγραψε ο αρχάριος Κάφκα - μια πρόζα που περιέχει ήδη σε συμπυκνωμένη μορφή τον συγγραφέα στον οποίον εξελίχθηκε, τον δυσνόητο και ταυτόχρονα εκπληκτικά διαφανή - με κάνει να συνειδητοποιήσω ότι ο Κάφκα δεν ήταν πάντα ο Κάφκα. Σήμερα έχουμε συνηθίσει να τον διαβάζουμε με αυτή τη μορφή, αλλά υπήρξε μια περίοδος -μια περίοδος γεμάτη αναποφασιστικότητα και αμφιταλαντεύσεις- όταν πέρασε την κλασική φάση που περνούν όλοι αυτοί οι συγγραφείς, οι συγγραφείς που θέλουν να καλπάσουν σε ολόκληρο τον κόσμο, έχοντας αποκοπεί από το μικρόψυχο, εγχώριο λογοτεχνικό τοπίο της εποχής τους, που σημαίνει ότι ο Κάφκα έπρεπε επίσης να σφυρηλατήσει το δικό του ύφος. Το επινόησε στη σκιά του Βάλζερ, αλλά και του Κλάιστ, του Τσέχωφ, του Ντίκενς και του Θερβαντίνου*(2) Φλομπέρ.

Κανείς δεν έχει ίσως κάνει μια καλύτερη μελέτη αυτών των πρώτων χρόνων από τον Ράινερ Σταχ στο βιβλίο του Κάφκα: "Τα αποφασιστικά χρόνια". Είναι ένα βιβλίο στο οποίο επέστρεψα πρόσφατα και το οποίο νομίζω ότι αποτελεί το τέλειο αντίδοτο στην ολοκληρωτική, υπερβολική λατρεία του Κάφκα που αισθάνονται οι αναγνώστες που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η δημιουργικότητά του ήρθε από το πουθενά, απλώς και μόνο επειδή ήταν μια ιδιοφυΐα. Ο Κάφκα πιθανόν να ήταν ιδιοφυΐα, αλλά δεν ήταν τόσο εθελοτυφλών ώστε να πιστεύει ότι μπορούσε να γράψει από μια στερημένη από εμπειρίες και βιώματα περίκλειστη ζωή. "Αντιθέτως, η επιδέξια χρήση των επιρροών και των ρεαλισμών του αποκαλύπτει ότι είναι ένας συγγραφέας της Νεωτερικότητας, από αυτή την άποψη ισότιμος με τον Μούσιλ, τον Τζόις, τον Μπροχ και τον Άρνο Σμιτ", γράφει ο Ράινερ Σταχ στη μελέτη του για τα χρόνια κατά τα οποία ένας συγγραφέας από την Πράγα προσπαθούσε να γίνει Κάφκα και πώς για να το πετύχει αυτό έπρεπε πρώτα απ' όλα να απελευθερωθεί από τον φίλο του Μπροχ, ο οποίος του πρότεινε να γράψουν μαζί βιβλία, à quatre mains*(3). Μόλις απελευθερώθηκε από αυτό το κουραστικό έργο, άρχισε να διαβάζει σοβαρά, τον Ντίκενς, για παράδειγμα, έναν συγγραφέα του οποίου τα έργα είναι γεμάτα χιούμορ, ένα χιούμορ που οι άνθρωποι χρειάστηκαν πολύ καιρό για να το βρουν στον Κάφκα, ο οποίος έγραψε το επεισοδιακό βιβλίο του "Ο άνθρωπος που εξαφανίστηκε" (γνωστό και ως "Αμέρικα") με την πρόθεση να γράψει ένα κωμικό ντικενσιανό μυθιστόρημα, γι' αυτό και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είπε για το βιβλίο ότι ήταν, πάνω απ' όλα, μια κωμωδία με ένα αστείο σε κάθε σελίδα. Και ακόμη και στο "Κάστρο" και στη "Δίκη", βιβλία που αποπνέουν καταπιεστική αγωνία, υπάρχουν ακόμη πολλές σκηνές που προκαλούν πραγματική ευθυμία, αλλά αυτό συχνά διαφεύγει από τον αναγνώστη, ο οποίος είναι πολύ βυθισμένος στην παράλογη, προβληματική και σαφώς τρομακτική πλοκή. Ωστόσο, αυτά τα χιουμοριστικά στοιχεία είναι ο αντίλογος που ο ίδιος ο Κάφκα χρησιμοποιούσε για να εκτονώσει το δράμα, και αυτό το χιούμορ χρονολογείται από τις μέρες που διάβαζε δυνατά στον εαυτό του τον Ρόμπερτ Βάλζερ και έσκαγε στα γέλια, ειδικά όταν διάβαζε τον Γιάκομπ φον Γκούντεν: "Εδώ μαθαίνει κανείς πολύ λίγα πράγματα, υπάρχει έλλειψη δασκάλων, και κανένα από εμάς τα αγόρια του Ινστιτούτου Μπενζαμέντα δεν θα καταφέρει ποτέ τίποτα".

Ο Κάφκα βρήκε τους δασκάλους του στα βιβλία των αγαπημένων του συγγραφέων. Κατά τη διάρκεια της μαθητείας του, γύρω στο 1910, άρχισε να εργάζεται σε ένα πολύ ιδιότυπο εργαστήριο επιρροών, το πιο αξιοσημείωτο του εικοστού αιώνα. Από τη μία πλευρά υπήρχαν τα "Ημερολόγια" και από την άλλη τα δοκιμαστικά πεζογραφήματα που έγιναν εκείνο το πρώτο βιβλίο, ο "Στοχασμός", που εκδόθηκε το 1912. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Κάφκα είχε αρχίσει να είναι Κάφκα πολλά χρόνια πριν και είχε αφήσει πίσω του ορισμένες αβεβαιότητες. "Στέκομαι στην άκρη της πλατφόρμας του τραμ και είμαι εντελώς αβέβαιος για το πού πατάω σ' αυτόν τον κόσμο, σ' αυτήν την πόλη, στην οικογένειά μου", έγραψε στον "Επιβάτη". Εκείνη την εποχή, ο Κάφκα δεν αισθανόταν καν ικανός να δικαιολογήσει τι ακριβώς έκανε εκεί στην πλατφόρμα, κρατώντας τον ιμάντα, αφήνοντας τον εαυτό του να μεταφερθεί από αυτό το τραμ. Ακόμα και τότε, όμως, ο Κάφκα ήταν αμείλικτος. Για παράδειγμα, με την κοπέλα που παίρνει θέση κοντά στην έξοδο, έτοιμη να αποβιβαστεί. "Είναι τόσο ευκρινής σε μένα, σαν να την είχα διατρέξει με τα χέρια μου... Το αυτί της είναι μικρό, αλλά επειδή είμαι κοντά της, μπορώ να δω όλες τις πτυχώσεις του πτερυγίου του δεξιού της αυτιού και τη σκιά στη ρίζα του", γράφει. Και καταλήγει αναρωτώμενος πώς γίνεται το κορίτσι να μην εκπλήσσεται εξίσου με τον εαυτό της, αλλά αντίθετα να κρατάει το στόμα της ερμητικά κλειστό και να μην λέει τίποτα.

Όλα αυτά συνέβησαν κατά τη διάρκεια εκείνων των ετών της καθοριστικής ανάγνωσης, των ετών της αβεβαιότητας που ζούσαν στις πλατφόρμες όλων αυτών των τραμ. Όταν οι Ναμπόκοφ ζούσαν στο Βερολίνο το 1922, έπαιρναν το ίδιο τραμ με τον Κάφκα, το Berlin-Lichterfelde. Δεν μίλησαν ποτέ με τον Κάφκα γιατί δεν ήξεραν ότι ήταν αυτός, αλλά η Βέρα Ναμπόκοφ ισχυριζόταν πάντα ότι θυμόταν το πρόσωπό του: "την ωχρότητα του, το σφρίγος του δέρματος, εκείνα τα ασυνήθιστα μάτια, υπνωτικά μάτια που λάμπουν σε μια σπηλιά".

Σχεδόν κανείς δεν βγαίνει ποτέ από τη σκοτεινή σπηλιά των παιδικών του χρόνων. Ούτε καν ο Κάφκα. Εκείνη την εποχή, κανείς δεν απαιτούσε από αυτόν να δικαιολογήσει τι διάβαζε, ούτε τι έκανε στεκόμενος στην παράξενη πλατφόρμα της ζωής, αλλά το μεγάλο τραμ που τον μετέφερε πέρα από αυτές τις αρχικές επιρροές είχε ήδη ξεκινήσει. "Κανείς δεν μου ζητάει να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, αλλά αυτό είναι άσχετο".

(μετάφραση από τα Αγγλικά: Κ. Λ.)



σελίδα από τo ημερολόγιο του Φραντς Κάφκα


*(1) Ο Ρόμπερτ Βάλζερ ήταν γερμανόφωνος Ελβετός συγγραφέας. Γεννημένος στην πόλη Μπιλ/Μπιέν της Ελβετίας, εγκατέλειψε νωρίς την πατρική εστία και έζησε σε διάφορες πόλεις της Ελβετίας και της Γερμανίας εξασκώντας διάφορα επαγγέλματα για να βγάζει τα προς το ζην.
*(2) Που αναφέρεται ή σχετίζεται με τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες ή τα λογοτεχνικά του έργα.
*(3) κυριολεκτικά: τέσσερα χέρια. Μουσικός όρος για ένα ντουέτο που ερμηνεύει μαζί στο ίδιο πιάνο.


 Nota bene

Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Ισπανίας, με πολλά βραβευμένα βιβλία που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες- το μυθιστόρημά του Mac & His Problem, που εκδόθηκε το 2019, ήταν υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο Booker. Η μεταφράστριά του, Μάργκαρετ Τζουλ Κόστα, κάνει λογοτεχνικές μεταφράσεις από τα ισπανικά και τα πορτογαλικά για πάνω από τριάντα χρόνια. 

 

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)

 

επιμέλεια-μετάφραση-εικόνα: Κάππα Λάμδα

© periopton

(Μετάφραση από τα Ισπανικά
Μάργκαρετ Τζουλ Κόστα)
πηγή: The Threepenny Review