17' διάβασμα
Ο Στέφανο καταδιώκεται από ένα θαλάσσιο τέρας. Προσπαθεί να το αποφύγει σε όλη του τη ζωή, θεωρώντας το ως κατάρα.
Αρνούμενος το πεπρωμένο του μέχρι το λυκόφως της ζωής του, αρνήθηκε τον θησαυρό της αιώνιας ευτυχίας που ήταν προορισμένη γι' αυτόν.
Τελικά, αυτό το διήγημα μας καλεί να πάρουμε ρίσκα, ως ευρύτερη μεταφορά για την ανθρώπινη κατάσταση. Με το να τρέχουμε πάντα μακριά, κινδυνεύουμε να χάσουμε το ουσιώδες... ότι ο Άλλος, μακριά από το να είναι εχθρός, μπορεί να προσφέρει ανεκτίμητους θησαυρούς.
📸© Κ.Λ. all rights reserved |
(απόσπασμα)
Όταν ο Στέφανο Ρόι έγινε δώδεκα ετών, ζήτησε σαν δώρο από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν ποντοπόρος καπετάνιος και κυβερνήτης ενός ωραίου ιστιοφόρου, να μπαρκάρει μαζί του. «Όταν μεγαλώσω», του είπε, «θέλω να γίνω ναυτικός όπως εσύ. Και θα κυβερνάω πλοία ακόμα μεγαλύτερα και πιο όμορφα από το δικό σου».
- «Ο Θεός να σε ευλογεί, παιδί μου», απάντησε ο πατέρας.
Και καθώς το πλοίο του επρόκειτο να σαλπάρει την ίδια μέρα, πήρε το αγόρι μαζί του.
Ήταν μια υπέροχη, ηλιόλουστη μέρα και η θάλασσα ήταν ήρεμη. Ο Στέφανο, που δεν είχε ξαναμπεί ποτέ σε πλοίο, έτρεχε χαρούμενος στο κατάστρωμα, θαυμάζοντας τις περίπλοκες μανούβρες με τα πανιά. Έκανε πολλές ερωτήσεις στους ναύτες, οι οποίοι χαμογελούσαν και του έδιναν όλες τις εξηγήσεις που χρειαζόταν.
Όταν έφτασε στην πρύμνη, το αγόρι σταμάτησε, γεμάτο περιέργεια, για να παρατηρήσει κάτι που αναδυόταν κατά διαστήματα, σε απόσταση περίπου διακοσίων ή τριακοσίων μέτρων στα απόνερα του πλοίου.
Παρόλο που το σκάφος έπλεε ήδη με ικανή ταχύτητα, παρασυρόμενο από ένα ευνοϊκό αεράκι, αυτό το πράγμα διατηρούσε πάντα την ίδια απόσταση. Και παρόλο που δεν καταλάβαινε τη φύση του, υπήρχε κάτι απροσδιόριστο σε αυτό που τον γοήτευε έντονα.
Ο πατέρας, που δεν μπορούσε πλέον να δει τον Στέφανο και τον είχε φωνάξει δίχως να παίρνει απόκριση, κατέβηκε από την κόντρα γέφυρα για να τον αναζητήσει.
«Στέφανο, τι χαζεύεις εκεί;» ρώτησε όταν τελικά τον εντόπισε να στέκεται στην πρύμνη και να κοιτάζει τα κύματα.
- «Μπαμπά, έλα να δεις».
Ο πατέρας ήρθε και κοίταξε προς την κατεύθυνση που έδειχνε και το αγόρι, αλλά δεν είδε τίποτα απολύτως.
«Υπάρχει ένα μαύρο πράγμα που εμφανίζεται κατά διαστήματα στα κύματα», είπε το παιδί, «και μας ακολουθεί».
- «Μπορεί να είμαι σαράντα χρονών», είπε ο πατέρας, «αλλά νομίζω ότι βλέπω καλά ακόμα. Αλλά δεν παρατηρώ τίποτα».
Καθώς ο γιος του επέμενε, έβγαλε το κανοκιάλι του και σάρωσε την επιφάνεια της θάλασσας προς την κατεύθυνση των απόνερων.
Ο Στέφανο τον είδε να χλωμιάζει.
«Τι συμβαίνει; Γιατί δείχνεις τόσο περίεργος, μπαμπά;»
- «Ω, μακάρι να μην σε είχα ακούσει», φώναξε ο καπετάνιος. «Τώρα θα αρχίσω να αγωνιώ για σένα. Αυτό που βλέπεις να βγαίνει από το νερό και να μας ακολουθεί δεν είναι ένα πράγμα, είναι ένα Κ. Είναι το θαλάσσιο τέρας που φοβούνται οι ναυτικοί σε όλο τον κόσμο. Είναι ένας τρομακτικός και μυστηριώδης καρχαρίας, πιο πανούργος από τον άνθρωπο. Για λόγους που κανείς δεν θα μάθει ποτέ, επιλέγει το θύμα του και μόλις το επιλέξει, το ακολουθεί για χρόνια και χρόνια, όλη του τη ζωή αν χρειαστεί, μέχρι να καταφέρει να το κατασπαράξει. Και το πιο παράξενο είναι ότι κανείς δεν το έχει δει ποτέ, εκτός από το μελλοντικό θύμα ή κάποιον από την οικογένειά του».
- «Πλάκα μου κάνεις, μπαμπά!»
- «Όχι, όχι, και αν δεν έχω δει ποτέ αυτό το τέρας, από τις περιγραφές που τόσες φορές έχω ακούσει, το αναγνώρισα αμέσως. Αυτή η βουβαλομύτη, αυτό το στόμα που ανοιγοκλείνει σπασμωδικά, αυτά τα τρομερά δόντια... Στέφανο, δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό, αλίμονο! Το Κ σε έχει βάλει στο μάτι, και όσο διάστημα ταξιδεύεις στο πέλαγος δεν θα σε αφήσει ήσυχο ούτε λεπτό. Άκουσέ με, αγόρι μου: θα επιστρέψουμε αμέσως στο λιμάνι, θα βγεις στη στεριά και ποτέ δεν θα ξανοιχτείς πέρα από την ακτή, για κανέναν λόγο. Πρέπει να μου το υποσχεθείς αυτό. Δεν είναι γραφτό σου να γίνεις ναυτικός, γιε μου. Πρέπει να παραιτηθείς. Μπορείς άλλωστε να κάνεις την τύχη σου και στη στεριά».
Αφού το είπε αυτό, πρόσταξε αμέσως το πλοίο να κάνει αναστροφή, επέστρεψε στο λιμάνι και, με το πρόσχημα της ξαφνικής ασθένειας, έβγαλε τον γιο του στη στεριά. Στη συνέχεια αναχώρησε χωρίς αυτόν.
Βαθιά ταραγμένο, το παιδί παρέμεινε στην προκυμαία μέχρι που η άκρη του ψηλότερου ιστού εξαφανίστηκε στον ορίζοντα. Από μακριά, μπορούσε να δει μια μικρή μαύρη κουκίδα που εμφανιζόταν περιστασιακά. Ήταν το Κ του, που έπλεε αργά πάνω-κάτω κοντά στην ακτή, περιμένοντάς τον πεισματικά.
Από τότε, έγινε οτιδήποτε ήταν δυνατό για να καταπολεμηθεί η έλξη του αγοριού για τη θάλασσα. Ο πατέρας του τον έστειλε να σπουδάσει σε μια πόλη βαθιά στην ενδοχώρα. Και για κάποιο χρονικό διάστημα, ο Στέφανο, απορροφημένος από αυτό το νέο περιβάλλον, δεν σκέφτηκε πια το θαλάσσιο τέρας. Ωστόσο, όταν ήρθαν οι καλοκαιρινές διακοπές, επέστρεψε στο σπίτι του και, όποτε είχε ένα λεπτό στη διάθεσή του, δεν μπορούσε να αντισταθεί στο να τρέξει στην άκρη της προβλήτας για ένα είδος ελέγχου που θεωρούσε περιττό και βασικά γελοίο. Μετά από τόσο καιρό, το Κ, αν υποθέσουμε ότι η ιστορία που διηγήθηκε ο πατέρας του ήταν αληθινή, είχε σίγουρα εγκαταλείψει την προσπάθεια επίθεσης.
Αλλά ο Στέφανο έμεινε άναυδος, με την καρδιά του να χτυπάει άγρια. Διακόσια ή τριακόσια μέτρα από τον κυματοθραύστη, στην ανοιχτή θάλασσα, το απειλητικό ζώο έπλεε αργά, βγάζοντας το κεφάλι του από το νερό κατά διαστήματα και κοιτάζοντας προς την ακτή, σαν να ήθελε να δει αν ο Στέφανο επιτέλους ερχόταν.
Τότε ήταν που η σκέψη αυτού του μοχθηρού πλάσματος που τον περίμενε μέρα και νύχτα έγινε μια κρυφή εμμονή για τον Στέφανο. Στη μακρινή πόλη, μερικές φορές ξυπνούσε στη μέση της νύχτας με άγχος. Βρισκόταν σε ασφαλές μέρος, πράγματι, εκατοντάδες και εκατοντάδες χιλιόμετρα τον χώριζαν από το Κ. Και όμως ήξερε ότι πέρα από τα βουνά, πέρα από τα δάση, πέρα από τις πεδιάδες, ο καρχαρίας τον περίμενε ακόμα. Και ακόμα κι αν είχε πάει να ζήσει στην πιο μακρινή ήπειρο, το Κ θα τον περίμενε ακόμα στην πιο κοντινή λιμνοθάλασσα, με το αμείλικτο πείσμα των οργάνων της μοίρας.
Ο Στέφανο, που ήταν ένα σοβαρό και φιλόδοξο αγόρι, συνέχισε τις σπουδές του με επιτυχία και, όταν ενηλικιώθηκε, βρήκε μια καλά αμειβόμενη και αξιόλογη δουλειά σε μια τοπική εταιρεία. Στο μεταξύ, ο πατέρας του είχε πεθάνει από ασθένεια και η χήρα του πούλησε το υπέροχο μπάρκο. Ο γιος κληρονόμησε μια μεγάλη περιουσία. Δουλειά, φιλίες, διασκέδαση, πρώτος έρωτας: η ζωή του Στέφανο είχε πλέον διαμορφωθεί, αλλά η ανάμνηση του Κ. τον στοίχειωνε σαν ένας αντικατοπτρισμός που ήταν μοιραίος και γοητευτικός, και όσο περνούσαν οι μέρες, αντί να ξεθωριάζει, φαινόταν να εντείνεται.
Οι χαρές μιας φιλόπονης, άνετης και ήρεμης ζωής είναι φυσικά μεγάλες, αλλά η έλξη της αβύσσου είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ο Στέφανο ήταν μόλις είκοσι δύο ετών όταν, αφού αποχαιρέτησε τους φίλους του στην πόλη και άφησε τη δουλειά του, επέστρεψε στο γενέθλιο τόπο του και ανακοίνωσε στη μητέρα του την πρόθεσή του να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του. Η καλή γυναίκα, στην οποία ο Στέφανο δεν είχε πει ποτέ κουβέντα για τον μυστηριώδη καρχαρία, επικρότησε την απόφασή του. Το γεγονός ότι ο γιος της είχε εγκαταλείψει τη θάλασσα για την πόλη της φαινόταν πάντα, στα βάθη της καρδιάς της, ένα είδος απεμπόλησης των οικογενειακών παραδόσεων.
Και ο Στέφανο άρχισε να ταξιδεύει, αποδεικνύοντας τις ναυτικές του ικανότητες, το θάρρος του και την αντοχή του στην κούραση. Όπου και αν αρμένιζε, μέρα και νύχτα, με καλό καιρό ή βαριά μπουρίνια, σερνόταν πίσω του, στα απόνερα του σκάφους του, το Κ. Αυτή ήταν η κατάρα και η καταδίκη του, το ήξερε, αλλά αλλά ίσως αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούσε να βρει τη δύναμη να το αφήσει. Και κανείς στο πλοίο δεν μπορούσε να δει το τέρας, εκτός από τον ίδιο.
«Βλέπετε τίποτα εκεί πέρα;» ρωτούσε μερικές φορές τους συντρόφους του, δείχνοντας προς το υδάτινο αυλάκι πίσω τους.
- «Όχι, δεν βλέπουμε τίποτα απολύτως. Γιατί;»
- «Δεν ξέρω... Μου φάνηκε...
- «Μήπως έτυχε να δεις ένα Κ;» Οι υπόλοιποι χασκογέλασαν καθώς χτυπούσαν ξύλο.
- «Γιατί γελάτε; Γιατί χτυπάτε ξύλο;»
- «Επειδή ο Κ είναι ένα ανελέητο θηρίο. Και αν ποτέ άρχιζε να ακολουθεί το πλοίο, αυτό θα σήμαινε ότι ένας από εμάς είναι χαμένος».
Αλλά ο Στέφανο τα αγνούσε. Η συνεχής απειλή που αντιμετώπιζε φαινόταν μάλιστα να αυξάνει τη θέλησή του, το πάθος του για τη θάλασσα, τη θέρμη του σε στιγμές ρίσκου και πάλης.
Με την κληρονομιά που του άφησε ο πατέρας του, όταν ένιωσε ότι είχε κατακτήσει την τέχνη του, αγόρασε μαζί με έναν συνεταίρο του ένα μικρό ποστάλι και σύντομα έγινε ο μοναδικός ιδιοκτήτης του. Αργότερα, χάρη σε μια σειρά τυχερών αποστολών, μπόρεσε να αγοράσει ένα πραγματικό φορτηγό πλοίο, στοχεύοντας όλο και πιο φιλόδοξα στο μέλλον. Αλλά η επιτυχία και τα εκατομμύρια δεν μπόρεσαν να διώξουν από το μυαλό του αυτή τη συνεχή εμμονή, αλλά δεν σκέφτηκε ούτε για ένα δευτερόλεπτο να πουλήσει το σκάφος και να εγκαταλείψει τη θάλασσα για να ασχοληθεί με άλλες δουλειές.
Να ταξιδεύει, αυτή ήταν η μόνη του σκέψη. Μόλις έφτασε σε κάποιο λιμάνι, μετά από πολλούς μήνες στη θάλασσα, η ανυπομονησία τον έσπρωχνε να σαλπάρει ξανά. Ήξερε ότι το Κ τον περίμενε στα ανοιχτά και ότι το Κ ήταν συνώνυμο της καταστροφής. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μια ασυγκράτητη παρόρμηση τον παρέσερνε αμείλικτα από τον έναν ωκεανό στον άλλο.
Ώσπου μια μέρα, ο Στέφανο συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε γεράσει, ότι ήταν πολύ γέρος- και κανείς γύρω του δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί, πλούσιος όπως ήταν, δεν εγκατέλειψε επιτέλους την καταραμένη θαλασσινή ζωή. Γέρος και πικραμένος επειδή είχε περάσει ολόκληρη την ύπαρξή του σε αυτή την παράλογη φυγή πέρα από τις θάλασσες για να ξεφύγει από τον εχθρό του. Αλλά ο πειρασμός της αβύσσου ήταν γι' αυτόν ισχυρότερος από τις χαρές μιας άνετης και ήρεμης ζωής.
Και ένα βράδυ, ενώ το υπέροχο πλοίο του ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι όπου γεννήθηκε, ένιωσε ότι το τέλος του πλησίαζε.
Κάλεσε λοιπόν τον ύπαρχο, στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, και του ζήτησε να μη φέρει αντίρρηση σ’ αυτό που ήθελε να κάνει. Εκείνος του έδωσε το λόγο του.
Έχοντας λάβει αυτή τη διαβεβαίωση, ο Στέφανο αποκάλυψε στη συνέχεια στον υποπλοίαρχο, ο οποίος τον άκουγε με ανοιχτό το στόμα, την ιστορία του Κ που συνέχιζε να τον ακολουθεί επί σχεδόν πενήντα χρόνια, χωρίς αποτέλεσμα.
«Με συνόδευσε από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, λέει, με μια αφοσίωση που ούτε ο πιο εκλεκτός φίλος δεν θα έδειχνε. Τώρα είμαι έτοιμος να πεθάνω. Πρέπει να είναι κι αυτός τρομερά γέρος και κουρασμένος. Δεν μπορώ να διαψεύσω την προσδοκία του».
Αφού τα είπε αυτά, αποχαιρέτησε, έβαλε να κατεβάσουν μια σκαμπαβία στη θάλασσα και μπήκε μέσα, αφού πρώτα ζήτησε να του δώσουν ένα καμάκι.
«Τώρα θα πάω να τον συναντήσω, ανακοίνωσε. Δεν είναι σωστό να τον απογοητεύσω. Αλλά θα πολεμήσω με τις τελευταίες δυνάμεις που μου απομένουν».
Απομακρύνθηκε λάμνοντας με δυσκολία. Οι αξιωματικοί και οι ναύτες τον είδαν, πάνω στην γαλήνια θάλασσα, να χάνεται στις σκιές της νύχτας. Στον ουρανό υπήρχε μια ημισέληνος.
Δεν χρειάστηκε να κωπηλατήσει πολύ. Ξαφνικά το φρικτό ρύγχος του Κ αναδύθηκε δίπλα στη βάρκα.
- «Αποφάσισα να έρθω εγώ σ' εσένα», είπε ο Στέφανο. «Και τώρα οι δυο μας!»
Τότε, συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, σήκωσε το καμάκι για να το καρφώσει.
- «Μπουχουχου!» αναφώνησε το Κ με παρακλητική φωνή. «Πόσο δρόμο έκανα για να σε βρω! Κι εγώ είμαι εξαντλημένος... Με ανάγκασες να κολυμπήσω πολύ! Κι εσύ, να φεύγεις και να φεύγεις... Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν κατάλαβες ποτέ τίποτα!»
- «Να καταλάβω τι;» είπε ο Στέφανο κοφτά.
- «Να κατάλαβεις πως δεν σε κυνηγούσα παντού για να σε κατασπαράξω, όπως νόμιζες. Απλώς ο βασιλιάς των θαλασσών μου είχε ζητήσει να σου δώσω αυτό».
Και ο καρχαρίας έβγαλε τη γλώσσα του, παρουσιάζοντας στον γέρο ναυτικό μια μικρή φωσφορίζουσα σφαίρα.
Ο Στέφανο το πήρε ανάμεσα στα δάχτυλά του και το εξέτασε. Ήταν ένα μαργαριτάρι πρωτοφανούς μεγέθους. Το αναγνώρισε ως το περίφημο Μαργαριτάρι της Θάλασσας, το οποίο χαρίζει στον ιδιοκτήτη του πλούτο, δύναμη, αγάπη και ψυχική γαλήνη. Αλλά ήταν πολύ αργά για όλα αυτά τώρα.
- «Αλίμονο!» είπε, κουνώντας λυπημένα το κεφάλι του. «Τι κρίμα! Το μόνο που κατάφερα ήταν να ρημάξω τη ζωή μου και τη δική σου...»
- «Αντίο, φτωχέ μου άνθρωπε», απάντησε το Κ.
Και βούτηξε για πάντα στα μαύρα νερά.
Δύο μήνες αργότερα, παρασυρόμενη από το κύμα, μια μικρή βάρκα με κουπιά προσάραξε σε έναν απόκρημνο βράχο. Την εντόπισαν μερικοί ψαράδες, οι οποίοι, την πλησίασαν από περιέργεια.
Ένας λευκασμένος σκελετός καθόταν στη βάρκα, κρατώντας ένα μικρό στρογγυλό βότσαλο ανάμεσα στα λεπτά του δάχτυλα.
Το Κ είναι ένα πολύ μεγάλο ψάρι που είναι φρικτό στην όψη και εξαιρετικά σπάνιο. Ανάλογα με τις θάλασσες και τους ντόπιους κατοίκους, ονομάζεται κολομπέρ, κα-λουμπρά, καλόνγκα, καλού, μπαλού ή τσαλούνγκ-γκρα. Οι φυσιοδίφες, παραδόξως, το αγνοούν.
Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει... (μτφρ. Κ. Λ.)
ⓘ η μετάφραση είναι πρωτότυπη και υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα
Dino Buzzati
Le K
© 1975, Amoldo Mondadori Éditore
Nota bene
Ο Ντίνο Μπουτζάτι (1906-1972), θεωρείται από τους μεγάλους συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την φανταστική λογοτεχνία.
Οι ήρωες του Μπουτζάτι πάσχουν από υπαρξιακή αγωνία -με την αυστηρή έννοια του όρου που αναπτύχθηκε από τους υπαρξιστές φιλοσόφους του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, προσπαθούν, δηλαδή, να δώσουν νόημα στην ύπαρξη τους, να θεραπεύσουν την Σαρτρική «Ναυτία» τους, αλλά τελικά ζουν εγκαταλελειμμένοι σε έναν ακατανόητο κόσμο όπου επικρατεί ο παραλογισμός και η παρεξήγηση· τελικά πεθαίνουν εντελώς μόνοι, χωρίς να περιμένουν βοήθεια, αγάπη ή κατανόηση, εξαπατημένοι από τους άλλους, αλλά περισσότερο εξαπατημένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό.
επιμέλεια-κείμενο: Κάππα Λάμδα
© periopton
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας
η καθ΄οιονδήποτε τρόπο χρήση/αναπαραγωγή/ιδιοποίηση
του παρόντος άρθρου (ολόκληρου ή αποσπασμάτων)
της εικόνας συμπεριλαμβανομένης